ενεργοποιούμαι
ρήμα1. Γίνομαι λειτουργικός ή τίθεται σε λειτουργία, αρχίζοντας να παράγω έργο ή αποτέλεσμα (για συσκευές, μηχανήματα, προγράμματα).
Συνώνυμα
ενεργοποιώ ανοίγω ανοίγομαι ανάβω εκκινώ εκκινούμαι ξεκινώ αρχίζω λειτουργώ διεγείρομαι ερεθίζομαι αφυπνίζομαι κινητοποιούμαι πυροδοτούμαι μπαίνω ενεργώ
Αντώνυμα
απενεργοποιούμαι απενεργοποιώ αδρανοποιούμαι αδρανοποιώ ακινητοποιούμαι αναστέλλομαι σβήνω κλείνω παύω σταματώ διακόπτομαι σταματάω αφοπλίζω αφοπλίζομαι ακυρώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν βλέπω αδικία, ενεργοποιούμαι και προσπαθώ να βοηθήσω.
- Μόλις ακούσω δυνατή μουσική, ενεργοποιούμαι και αρχίζω να χορεύω.
- Μόλις ανακοινωθεί προθεσμία, ενεργοποιούμαι και δουλεύω χωρίς διακοπές.
- Όταν ανιχνεύεται κίνηση μπροστά από την κάμερα, ενεργοποιούμαι και καταγράφω βίντεο.
- Όταν το θέμα είναι κοινωνικά δικαιώματα, ενεργοποιούμαι και συμμετέχω στις συζητήσεις.