τριγυρίζω
ρήμα1. Κινούμαι γύρω από ένα σημείο ή μέσα σε μια περιοχή, κάνοντας μετακινήσεις χωρίς σταθερό προορισμό ή διαδρομή.
2. Περιπλανιέμαι ή παραμένω σε έναν χώρο για κάποιο χρονικό διάστημα, συχνά επανειλημμένα ή χωρίς συγκεκριμένο σκοπό.
Συνώνυμα
περιπλανιέμαι περιφέρομαι τριγυρνάω κυκλοφορώ περιδιαβαίνω βολτάρω πλανιέμαι γυρνώ γυρίζω οργώνω αλωνίζω περιπολώ περπατώ περπατάω περιπατώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου αρέσει να τριγυρίζω στο πάρκο τις Κυριακές.
- Κάθε απόγευμα τριγυρίζω στη γειτονιά χωρίς συγκεκριμένο σκοπό.
- Φοβάμαι να τριγυρίζω μόνος μου σε σκοτεινά στενά.
- Δεν θέλω να τριγυρίζω ανεπιβεβαίωτες φήμες για κανέναν.
- Τους τελευταίους μήνες τριγυρίζω συνέχεια γύρω από μια ιδέα για δουλειά.