διακόπτω
ρήμα1. Προκαλώ προσωρινή ή οριστική παύση στη συνέχεια ή στη λειτουργία ενός γεγονότος, έργου, δραστηριότητας ή διαδικασίας.
2. Παρεμβαίνω στη ροή ομιλίας ή σκέψης κάποιου, σταματώντας προσωρινά ή διακόπτοντας την έκφρασή του.
Συνώνυμα
παύω ανακόπτω παύομαι σταματώ κόβω αναστέλλω τερματίζω παρεμβαίνω αποκόπτω αποσυνδέω κλείνω ενοχλώ σταματάω παγώνω μπλοκάρω αδρανοποιώ ακινητοποιώ αναχαιτίζω απενεργοποιώ ματαιώνω ξεκόβω διαταράσσω σφηνώνομαι παρεμποδίζω εμποδίζω σπάω φρενάρω παρακωλύω παρατάω αναβάλλω απέχω καταργώ ξαποσταίνω σπάζω στερώ
Αντώνυμα
συνεχίζω κάνω αρχίζω κρατάω ξεκινάω ξεκινώ ξανακάνω εξακολουθώ ολοκληρώνω αναπαράγω εκκινώ ενεργώ επανέρχομαι προβαίνω συνεχίζομαι ξαναρχίζω επαναφέρω προχωρώ λειτουργώ προχωράω κανονίζω παρακολουθώ συνδέω διαρκώ άρχομαι ανανεώνω διαπραγματεύομαι διατηρώ εκτελώ εκφωνώ επαναλαμβάνω επιτελώ μεταδίδω πραγματοποιώ προγραμματίζω συμπληρώνω οδηγώ διεκπεραιώνω διεξάγω διοργανώνω επανασυνδέω επανεκκινώ τροφοδοτώ υλοποιώ χρηματοδοτώ επιτρέπω αφήνω συζητώ διαβαίνω διηγούμαι εφαρμόζω προμηθεύω εξερευνώ
Παραδείγματα χρήσης
- Συγγνώμη που διακόπτω, αλλά έχω μια ερώτηση.
- Όταν εντοπίζω λάθος, διακόπτω τη διαδικασία για να το διορθώσω.
- Λόγω βλάβης, διακόπτω προσωρινά την παροχή ρεύματος στο κτίριο.
- Συνήθως, όταν δεν είμαι ικανοποιημένος, διακόπτω τη συνδρομή μου.
- Κάθε φορά που το παιδί κλαίει, διακόπτω την παρουσίαση για να το ηρεμήσω.