παύω
ρήμα1. Τερματίζει την εκτέλεση μιας ενέργειας ή τη συνέχεια μιας κατάστασης.
2. Προκαλεί ή επιβάλλει τον τερματισμό της δράσης, λειτουργίας ή λειτουργικού τρόπου σε κάποιον ή κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αρχίζω ξεκινώ ξεκινάω συνεχίζω κάνω προσπαθώ χτυπώ λειτουργώ προχωράω ισχύω δρω ξανακάνω εξακολουθώ καπνίζω κυκλοφορώ κινώ διαρκώ αναπαράγω διορίζω εκκινώ ενεργώ κυλάω προβαίνω περιπατώ στριφογυρίζομαι στριφογυρίζω στροβιλίζω συνεχίζομαι ενεργοποιώ επανεκκινώ υπάρχω τρέχω δουλεύω παίζω είμαι προχωρώ ξαναπαίρνω ξαναλέω γυρίζω καθιστώ άρχομαι ανανεώνω διατηρώ επαναλαμβάνω επαναφέρω καθορίζω πασχίζω περιστρέφομαι πορεύομαι διεξάγω δραστηριοποιούμαι ενεργοποιούμαι κινητοποιώ υπηρετώ λέω γίνομαι έχω επιτρέπω κουνιέμαι εκρήγνυμαι πολεμάω συζητώ αναζωπυρώνω αναπτύσσομαι γεννώ διοργανώνω θεσπίζω διώκω πράττω χρηματοδοτώ
Παραδείγματα χρήσης
- Παύω τη μουσική για να μιλήσουμε.
- Ο θόρυβος παύει μόλις κλείνουμε την πόρτα.
- Παύω να καπνίζω από την αρχή του χρόνου.
- Παύσαμε τις εργασίες για σήμερα.
- Η επιτροπή παύει τον διευθυντή από τα καθήκοντά του.