ξεκινάω

ρήμα

1. Θέτω σε κίνηση ή σε εξέλιξη μια ενέργεια, διαδικασία ή δραστηριότητα.

2. Αποχωρώ ή μετακινούμαι από ένα σημείο προς άλλη κατεύθυνση, συνήθως στην έναρξη μιας πορείας ή ταξιδιού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί ξεκινάω τη δουλειά μου στις οκτώ.
  • Σήμερα ξεκινάω για το ταξίδι προς τη Θεσσαλονίκη.
  • Πριν μαγειρέψω, ξεκινάω το φούρνο για να προθερμανθεί.
  • Αμέσως μετά το καλωσόρισμα, ξεκινάω την παρουσίαση.
  • Αυτή την περίοδο ξεκινάω γυμναστική τρεις φορές την εβδομάδα.
  • Με το πρώτο αστείο της ξεκινάω να γελάω ασταμάτητα.