απομάκρυνση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα κατά την οποία πρόσωπο, αντικείμενο ή ουσία μετακινείται ή αφαιρείται από έναν χώρο, θέση ή κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

τοποθέτηση εισαγωγή επιστροφή επαναφορά προσέγγιση αγκαλιά απόθεση επανεγκατάσταση εγκατάσταση παραμονή πρόσληψη διορισμός άφιξη ανάρτηση εμπλοκή ενασχόληση επίστρωση καταχώριση περιτύλιγμα σπρώξιμο στήριξη συγκέντρωση συμβολή συντροφικότητα σύναξη σύνοδος φραγή χάραγμα θέση σχέση συνάντηση αποτύπωμα βλέμμα τατουάζ κατάθεση ενίσχυση εμφάνιση επαφή μετοχή εισβολή επένδυση σήμανση άγγιγμα καταγραφή μεταμόσχευση έλξη μπλόκο μπουκάρισμα κάλεσμα ένταξη αναπλήρωση αντίκρουση αφομοίωση επανένταξη επανεμφάνιση καταχώρηση ντου οικειότητα προσέλκυση προσήλωση προσθήκη προσκόλληση στήσιμο σύγκλιση αγκάλιασμα κρούση εισδοχή ένωση απόκτηση επιβάρυνση ζεστασιά παρέμβαση πληθυσμός προτροπή συνάθροιση συνένωση συναναστροφή συσσώρευση υποδοχή παρουσία επίσκεψη γνωριμία κοινωνία επικοινωνία εφαρμογή συμμετοχή δεξίωση διασταύρωση δέσιμο πιάτσα στέκι έλευση εντόπιση εξερεύνηση επανένωση θέαση καθήλωση καλωσόρισμα κατοίκηση μπάσιμο προσέλευση πρόσθεση συμπλήρωση συμφόρηση ματιά σμίξιμο

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απομάκρυνση των επίπλων από το δωμάτιο έγινε πριν το βάψιμο.
  • Η απομάκρυνση των μαθητών από το σχολείο έγινε οργανωμένα κατά τη διάρκεια της άσκησης.
  • Η απομάκρυνση του όγκου στο χειρουργείο πήγε καλά.
  • Η απομάκρυνση των αποβλήτων από τον χώρο ήταν απαραίτητη για την προστασία του περιβάλλοντος.
  • Η απομάκρυνση του διευθυντή από τη θέση του προκάλεσε συζήτηση στο συμβούλιο.