μπουκάρισμα
ουσιαστικό1. Πράξη ή ενέργεια ξαφνικής και συχνά βίαιης εισόδου σε κλειστό χώρο με σκοπό την κατάληψη, τη ληστεία ή τον έλεγχο του χώρου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπουκάρισμα στο σπίτι τους έγινε τα ξημερώματα και οι δράστες άρπαξαν πολύτιμα αντικείμενα.
- Οι οπαδοί πανηγύρισαν το μπουκάρισμα του επιθετικού στην περιοχή που κατέληξε σε γκολ.
- Το μπουκάρισμα της δημοσιογράφου στη συνέντευξη διέκοψε τον ομιλητή.
- Το μπουκάρισμα του κόσμου στο κατάστημα προκάλεσε πανικό.
- Το μπουκάρισμα του αυτοκινήτου στην αντίθετη λωρίδα παραλίγο να προκαλέσει ατύχημα.