συντροφικότητα
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή ιδιότητα της σχέσης όπου δύο ή περισσότερα άτομα μοιράζονται αμοιβαία συναισθηματική στήριξη, οικειότητα και αίσθηση παρέας.
Συνώνυμα
συντροφιά παρέα φιλία συντροφία συναναστροφή οικειότητα αλληλεγγύη δέσιμο κολλητοσύνη δεσμός αδελφότητα συναδελφικότητα κοινωνικότητα ομαδικότητα συμπάθεια ζεστασιά συνεργασία συλλογικότητα ομοψυχία
Αντώνυμα
μοναξιά απομόνωση μοναχικότητα αποξένωση αποκοπή απομάκρυνση έχθρα ατομικισμός αντικοινωνικότητα αδιαφορία ανυπαρξία εχθρότητα διαγωνισμός άδειασμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συντροφικότητα μεταξύ τους ήταν εμφανής σε κάθε βλέμμα.
- Στο ταξίδι οι φίλοι απόλαυσαν τη συντροφικότητα και τα γέλια.
- Η συντροφικότητα ανάμεσα στα μέλη της ομάδας ενίσχυσε το ηθικό.
- Στο γηροκομείο, η συντροφικότητα μειώνει την απομόνωση των ηλικιωμένων.
- Ο σκύλος του πρόσφερε συντροφικότητα στις δύσκολες στιγμές.