γνωριμία
ουσιαστικό1. Πρώτη επαφή ή συνάντηση μεταξύ ατόμων με σκοπό να γνωριστούν και να ανταλλάξουν πληροφορίες, εντυπώσεις ή συστάσεις.
2. Η κατάσταση ή το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η σχέση μεταξύ προσώπων όταν υπάρχει αμοιβαία εξοικείωση ή αρχική επαφή.
Συνώνυμα
γνωρισμός συνάντηση σύσταση παρουσίαση εισαγωγή επαφή επικοινωνία σύναψη γνωστός σύνδεση εξοικείωση οικειότητα σχέση διασύνδεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρώτη γνωριμία μας έγινε σε ένα συνέδριο πέρυσι.
- Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε στενή φιλία.
- Χάρη στη γνωριμία του βρήκα νέα δουλειά.
- Ζητήσαμε μια σύντομη γνωριμία πριν αποφασίσουμε να συνεργαστούμε.
- Συναντήσαμε μια παλιά γνωριμία τυχαία στον δρόμο.