συμφόρηση
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση ή υπερπλήρωση ανθρώπων, οχημάτων ή αντικειμένων σε χώρο ή σημείο, με αποτέλεσμα περιορισμό της ελεύθερης κίνησης.
2. Υπερβολική συσσώρευση υγρών ή αίματος σε ιστό ή όργανο, προκαλώντας πρήξιμο ή δυσλειτουργία.
Συνώνυμα
συνωστισμός μποτιλιάρισμα μπούκωμα βούλωμα συρροή βουλωμάρα μπλοκάρισμα μπλόκο απόφραξη έμφραξη φράξιμο φραγή συσσώρευση υπερπληθυσμός στένωση εμπλοκή στριμώξιμο κόλλημα υπερφόρτωση εγκλωβισμός συνάθροιση συγκέντρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμφόρηση στους δρόμους της πόλης προκαλεί μεγάλες καθυστερήσεις.
- Λόγω της συμφόρησης στην είσοδο του σταδίου πολλοί θεατές ένιωσαν άβολα.
- Η συμφόρηση της μύτης επιμένει μετά το κρυολόγημα.
- Η συμφόρηση στο δίκτυο καθυστέρησε τη μεταφορά αρχείων.
- Η συμφόρηση στα λιμάνια καθυστερεί την αλυσίδα εφοδιασμού.