αποκοπή

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του αποκόπτειν· η πράξη του κόψιμου ή της απομάκρυνσης τμήματος από ένα σώμα, αντικείμενο ή οργανισμό.

2. Το τμήμα που έχει αποκοπεί ή απομακρυνθεί ως αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποκοπή του κλαδιού έγινε με προσοχή για να μην τραυματιστεί το δέντρο.
  • Χθες σημειώθηκε αποκοπή ρεύματος σε όλη τη γειτονιά.
  • Η αποκοπή ενός δαχτύλου απαιτεί άμεση ιατρική φροντίδα.
  • Η αποκοπή της περιοχής από τον δήμο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τους κατοίκους.
  • Η αποκοπή του μερίσματος ορίστηκε για το τέλος Μαρτίου.