επαναφορά
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της επιστροφής σε προηγούμενη κατάσταση, ρύθμιση ή λειτουργία ενός συστήματος, συσκευής ή συνόλου δεδομένων.
2. Ενέργεια επανένταξης προσώπου ή επαναχορήγησης δικαιωμάτων ή ιδιοκτησίας στην προηγούμενη θέση ή κατάσταση.
Συνώνυμα
αποκατάσταση ρισετ ανάκτηση επιστροφή επανεκκίνηση ανάκαμψη ανάνηψη αναβίωση ανανέωση ανόρθωση επανέναρξη επανεμφάνιση υποστροφή επανόρθωση επάνοδος επανεγκατάσταση επανένταξη επισκευή ανάρρωση αναγέννηση συνέχιση επανασύνδεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επαναφορά του συστήματος ολοκληρώθηκε μετά την ενημέρωση.
- Ζήτησε επαναφορά του κωδικού πρόσβασης μέσω email.
- Η επαναφορά στις εργοστασιακές ρυθμίσεις διέγραψε όλα τα δεδομένα από το κινητό.
- Μετά τη διακοπή ρεύματος, η επαναφορά της ηλεκτροδότησης κράτησε πάνω από δύο ώρες.
- Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στην επαναφορά των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.