αποξένωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία ένα άτομο ή ομάδα απομακρύνεται συναισθηματικά, κοινωνικά ή νοητικά από άλλους ανθρώπους, θεσμούς ή από τον ίδιο του τον εαυτό, προκαλώντας αίσθηση απομόνωσης και αποκοπής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποξένωση από τους φίλους του τον έκανε να νιώθει μοναξιά.
  • Η αποξένωση μεταξύ γονέων και παιδιών συχνά προκύπτει από παρεξηγήσεις.
  • Στην εταιρεία επικρατεί αποξένωση όταν οι εργαζόμενοι δεν έχουν λόγο στις αποφάσεις.
  • Η αποξένωση του ακινήτου με συμβόλαιο ολοκληρώθηκε χθες.
  • Η αποξένωση των μεταναστών από την τοπική κοινωνία προκαλεί κοινωνικά προβλήματα.
  • Ένιωθε αποξένωση ακόμη και όταν βρισκόταν ανάμεσά τους.