αποξένωση
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία ένα άτομο ή ομάδα απομακρύνεται συναισθηματικά, κοινωνικά ή νοητικά από άλλους ανθρώπους, θεσμούς ή από τον ίδιο του τον εαυτό, προκαλώντας αίσθηση απομόνωσης και αποκοπής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εγγύτητα οικειότητα σύνδεση ένωση ενσωμάτωση συμφιλίωση προσέγγιση κοινωνία αφομοίωση επανασύνδεση συνύπαρξη συγγένεια συμπόρευση αλληλεπίδραση ζεστασιά παρέα παρεούλα συμπαράσταση συμπόσιο συνέργεια συναναστροφή συνδιάσκεψη συνεννόηση συντροφικότητα σχέση συνάντηση εταιρεία αγκαλιά γνωριμία εταιρία επαφή επικοινωνία συντροφιά αδελφότητα συνεδρίαση χημεία αίσθημα ένταξη αλληλεγγύη αναστροφή ατμόσφαιρα επανένταξη επανένωση κοινωνικότητα κυριότητα τριβή τρυφερότητα κατάκτηση συλλογικότητα ενθουσιασμός κλίμα πιάτσα προσέλκυση αγκάλιασμα σμίξιμο
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποξένωση από τους φίλους του τον έκανε να νιώθει μοναξιά.
- Η αποξένωση μεταξύ γονέων και παιδιών συχνά προκύπτει από παρεξηγήσεις.
- Στην εταιρεία επικρατεί αποξένωση όταν οι εργαζόμενοι δεν έχουν λόγο στις αποφάσεις.
- Η αποξένωση του ακινήτου με συμβόλαιο ολοκληρώθηκε χθες.
- Η αποξένωση των μεταναστών από την τοπική κοινωνία προκαλεί κοινωνικά προβλήματα.
- Ένιωθε αποξένωση ακόμη και όταν βρισκόταν ανάμεσά τους.