καταγραφή

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία πληροφορίες, δεδομένα ή γεγονότα αποτυπώνονται γραπτώς, ηλεκτρονικά ή με άλλο μέσο για διατήρηση και μελλοντική αναφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καταγραφή των μετρήσεων στο εργαστήριο γίνεται κάθε ώρα.
  • Η καταγραφή της συνάντησης έγινε με ψηφιακή συσκευή για να έχουμε αρχειοθέτηση.
  • Η καταγραφή των αποθεμάτων στο αποθηκάριο ολοκληρώθηκε χθες.
  • Η καταγραφή των κατοίκων της περιοχής πραγματοποιήθηκε από την υπηρεσία.
  • Η καταγραφή των συμβάντων ασφαλείας επιτρέπει την ανάλυση των αιτιών και τη βελτίωση των διαδικασιών.