έξοδος

ουσιαστικό

1. Σημείο ή διάβαση που επιτρέπει τη μετακίνηση από το εσωτερικό προς τον εξωτερικό χώρο ενός κτηρίου, δρόμου ή άλλου χώρου.

2. Η πράξη ή διαδικασία της μετακίνησης από μέσα προς τα έξω, η απομάκρυνση ή αναχώρηση από έναν χώρο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έξοδος του κτιρίου είναι στην πίσω πλευρά.
  • Κατά τον σεισμό, η έξοδος ήταν καλά σηματοδοτημένη.
  • Η έξοδος για ποτό την Παρασκευή ήταν πολύ διασκεδαστική.
  • Η έξοδος της συσκευής μετριέται σε βολτ.
  • Μια έξοδος από το αδιέξοδο ήταν η κοινή προσπάθεια.