ζεστασιά
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να έχει σχετικά αυξημένη θερμοκρασία σε σώμα, αντικείμενο ή χώρο.
2. Θερμότητα που εκπέμπεται από πηγή και διαχέεται στον περιβάλλοντα χώρο, προκαλώντας την αίσθηση θέρμανσης.
Συνώνυμα
θερμότητα ζέστη θέρμη θαλπωρή φιλοξενία οικειότητα φιλικότητα στοργή ζεστούλα τρυφερότητα συμπάθεια αγάπη συντροφικότητα ευγένεια άνεση υποδοχή θερμοκρασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ζεστασιά της κουβέρτας με βοήθησε να αποκοιμηθώ.
- Ένιωσε τη ζεστασιά του ήλιου στο πρόσωπό της.
- Η ζεστασιά της παρέας έκανε το βράδυ ξεχωριστό.
- Μίλησε με ζεστασιά και απλότητα προς τους νέους συναδέλφους.
- Μια εσωτερική ζεστασιά τον πλημμύρισε όταν είδε το παιδί του.