εισαγωγή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να εισάγεται κάτι ή κάποιος σε έναν χώρο, σύστημα ή οργανισμό.
2. Αρχικό τμήμα κειμένου, λόγου ή διδασκαλίας που παρουσιάζει το θέμα, παρέχει γενικές πληροφορίες και προετοιμάζει τον αναγνώστη ή ακροατή.
Συνώνυμα
πρόλογος προοίμιο καταχώριση εγκατάσταση καταχώρηση μπάσιμο νοσηλεία εγγραφή ένθεση ένταξη παρουσίαση εισκομιδή εισροή έναρξη άνοιγμα γνωριμία είσοδος εμφάνιση προσανατολισμός πρελούδιο πρόσληψη τοποθέτηση εφαρμογή καλωσόρισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εισαγωγή του βιβλίου εξηγεί το ιστορικό πλαίσιο.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε την εισαγωγή νέων προϊόντων από την Ιταλία.
- Στην ομιλία του έκανε μια σύντομη εισαγωγή στο θέμα.
- Η εισαγωγή δεδομένων στο σύστημα ολοκληρώθηκε χωρίς σφάλματα.
- Παρακολούθησα το μάθημα «εισαγωγή στη Φιλοσοφία» το πρώτο εξάμηνο.