εγκλεισμός
ουσιαστικό1. Περιορισμός της ελευθερίας κινήσεων ατόμου ή ομάδας με συγκράτηση σε κλειστό χώρο που δεν επιτρέπει την έξοδο.
Συνώνυμα
συγκλεισμός απομόνωση καραντίνα φυλάκιση κράτηση φυλακή νοσηλεία τιμωρία αιχμαλωσία αποκλεισμός περιορισμός στέρηση μπουντρούμι κλείδωμα εξορία απομάκρυνση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγκλεισμός στη φυλακή του άλλαξε τη ζωή.
- Υπέστη εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική για παρακολούθηση.
- Ο εγκλεισμός λόγω της πανδημίας κράτησε μήνες.
- Ένιωθε τον εγκλεισμό μέσα σε ένα μικρό, ασφυκτικό δωμάτιο.
- Ο εγκλεισμός του νου σε στερεότυπες ιδέες τον εμπόδιζε να εξελιχθεί.