επανένταξη

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της επανόδου και σταδιακής συμμετοχής ενός ατόμου ή ομάδας στις κοινωνικές, οικονομικές ή θεσμικές δραστηριότητες από τις οποίες είχε απομακρυνθεί λόγω φυλάκισης, εξάρτησης, μετανάστευσης ή άλλων αιτιών.

Συνώνυμα

επανεισδοχή ενσωμάτωση αποκατάσταση επανεγκατάσταση επανεισαγωγή ένταξη προσαρμογή επαναφορά επανένωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επανένταξη των αποφυλακισμένων στην κοινωνία απαιτεί στήριξη και ευκαιρίες.
  • Το πρόγραμμα στοχεύει στην επανένταξη των μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας.
  • Η οργανωμένη επανένταξη των τραυματισμένων αρπακτικών στο φυσικό τους περιβάλλον έγινε μετά την αποθεραπεία.
  • Η σχολική επανένταξη των μαθητών που απουσίαζαν για καιρό γίνεται σταδιακά.
  • Η επανένταξη των προσφύγων προϋποθέτει πρόσβαση σε κατοικία, εκπαίδευση και εργασία.