παρέμβαση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή πράξη κατά την οποία παρεμβαίνει κάποιο άτομο ή φορέας σε μια κατάσταση με σκοπό την αλλαγή, διόρθωση ή ρύθμισή της.
Συνώνυμα
επέμβαση μεσολάβηση τοποθέτηση σχόλιο παρέμβολή εμπλοκή συμβολή πρωτοβουλία ανάμειξη παρεμβολή εισβολή δράση ενέργεια παρενόχληση μπάσιμο βοήθεια διόρθωση διατάραξη σχολιασμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρέμβαση στο χειρουργείο απέτρεψε επιπλοκές.
- Η παρέμβαση της κυβέρνησης στο θέμα προκάλεσε αντιδράσεις.
- Ο δικηγόρος υπέβαλε αίτημα για παρέμβαση στο δικαστήριο.
- Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, μια σύντομη παρέμβαση άλλαξε την πορεία της συζήτησης.
- Η καλλιτεχνική παρέμβαση στην πλατεία ανανέωσε τον δημόσιο χώρο.