απαλλαγή
ουσιαστικό1. Η κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο ή φορέας απαλλάσσεται από υποχρέωση, βάρος, χρέος ή ευθύνη.
2. Η πράξη ή διαδικασία με την οποία παύει ή αφαιρείται η ισχύς μιας υποχρέωσης, περιορισμού ή υποχρεωτικού βάρους.
Συνώνυμα
αθώωση άφεση εξαίρεση ελάφρυνση απελευθέρωση αποδέσμευση διαγραφή απόλυση απομάκρυνση αποπομπή αφορολόγηση άρση προνόμιο ελευθέρωση ανακούφιση απολύτρωση λύτρωση ξεμπέρδεμα αποφυγή σωτηρία σώσιμο χειραφέτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλαβε απαλλαγή από την πληρωμή φόρου λόγω ειδικών περιστάσεων.
- Το δικαστήριο αποφάσισε την απαλλαγή του κατηγορουμένου.
- Ζήτησε απαλλαγή από τα στρατιωτικά καθήκοντα για λόγους υγείας.
- Ένιωσε απαλλαγή από το άγχος μετά τη συνάντηση.
- Η εταιρεία ανάρτησε απαλλαγή ευθυνών στην ιστοσελίδα της.