επικοινωνία

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών, συναισθημάτων ή μηνυμάτων μεταξύ ατόμων, ομάδων ή συσκευών μέσω λεκτικών, μη λεκτικών ή τεχνολογικών μέσων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επικοινωνία μεταξύ των συναδέλφων είναι απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων.
  • Λόγω της κακοκαιρίας δεν υπάρχει επικοινωνία με το νησί.
  • Πρέπει να βελτιώσουμε την επικοινωνία μας με το κοινό.
  • Η επικοινωνία του κινητού διακόπηκε στη μέση του ταξιδιού.
  • Υπήρξε άμεση επικοινωνία μεταξύ των δύο τμημάτων για να λυθεί το πρόβλημα.
  • Στην ακτινογραφία φάνηκε επικοινωνία μεταξύ των κοιλιών.