αναχώρηση

ουσιαστικό

1. Το γεγονός ή η πράξη κατά την οποία πρόσωπο, ομάδα ή μέσο μεταφοράς φεύγει από έναν τόπο, συνήθως για να ξεκινήσει ταξίδι ή μετάβαση σε άλλον προορισμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναχώρηση του τρένου έχει προγραμματιστεί για τις εννέα.
  • Η πτήση ακυρώθηκε, οπότε η αναχώρηση μετατέθηκε για αύριο.
  • Η αναχώρηση του διευθυντή προκάλεσε αναστάτωση στο γραφείο.
  • Οι αναχωρήσεις των φοιτητών για τις διακοπές γίνονται το Σαββατοκύριακο.
  • Η νέα συμφωνία σηματοδότησε την αναχώρηση από την παλαιότερη πρακτική.