απόσυρση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάτι ή κάποιος απομακρύνεται από μια θέση, κατάσταση ή χρήση, προσωρινά ή οριστικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εισαγωγή κυκλοφορία διάθεση υποβολή εξόρμηση καταδρομή παροχή κατάθεση δήλωση έκδοση εφαρμογή επένδυση επιδρομή αγωγή επέλαση εφόρμηση διατήρηση πρόσληψη διορισμός ένταξη εμπλοκή παρουσία τοποθέτηση ανάρτηση απεικόνιση απόβαση εγκατάσταση εισροή εκχώρηση καταχώριση χορηγία προσφορά λέσχη εμφάνιση μήνυση δίωξη προσέγγιση πρόταση εκτόξευση δωρεά ανάθεση αναπλήρωση μπάσιμο προτροπή στέκι προσάρτηση προσέλευση
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόσυρση των στρατευμάτων ολοκληρώθηκε χθες.
- Ανακοίνωσε την απόσυρση της υποψηφιότητάς του.
- Η εταιρεία ξεκίνησε την απόσυρση των ελαττωματικών προϊόντων από τα καταστήματα.
- Ο παίκτης ανακοίνωσε την απόσυρση του από την ενεργό δράση.
- Η απόσυρση χρημάτων από τον λογαριασμό γίνεται μέσω ΑΤΜ.