παραμονή

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή πράξη του να παραμένει κανείς σε έναν τόπο ή σε θέση για κάποιο χρονικό διάστημα.

2. Η ημέρα ή νύχτα που προηγείται άμεσα μιας γιορτής ή σημαντικού γεγονότος (π.χ. παραμονή Πρωτοχρονιάς).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζευόμαστε όλοι στο σπίτι.
  • Η παραμονή στο νοσοκομείο κράτησε τρεις μέρες.
  • Η παραμονή των φοιτητών στην πόλη ήταν απαραίτητη για τις εξετάσεις.
  • Ζήτησε άδεια για παραμονή πέραν του ωραρίου.
  • Για την παραμονή των αλλοδαπών απαιτούνται έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα.