κατοίκηση
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή το γεγονός της ύπαρξης και παραμονής ατόμων ή οργανισμών σε έναν χώρο, κτίριο ή γεωγραφική περιοχή.
2. Η διαδικασία ή πράξη εγκατάστασης και διατήρησης πληθυσμού σε συγκεκριμένο τόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατοίκηση του νέου συγκροτήματος ξεκίνησε τον Ιούνιο.
- Απαγορεύεται η κατοίκηση του εγκαταλελειμμένου κτιρίου χωρίς άδεια.
- Η κατοίκηση των σπηλαίων από νυχτερίδες έχει οικολογική σημασία.
- Για την κατοίκηση σε σεισμικές περιοχές απαιτούνται ειδικές κατασκευαστικές προδιαγραφές.
- Η κατοίκηση σε υποβαθμισμένες συνοικίες επηρεάζει την υγεία και την ποιότητα ζωής.