προσήλωση

ουσιαστικό

1. Στάση σταθερής δέσμευσης προς πρόσωπο, ιδέα, στόχο ή έργο, που εκδηλώνεται με συνεχή και επίμονη υποστήριξη και ενεργή συμμετοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προσήλωση του μαθητή στη μελέτη απέδωσε καρπούς.
  • Η ομάδα έδειξε προσήλωση στον κοινό στόχο παρά τις δυσκολίες.
  • Απαιτείται μεγάλη προσήλωση για να ολοκληρωθεί το έργο.
  • Η προσήλωση του βλέμματός του στη σκηνή έδειχνε συγκέντρωση.
  • Η προσήλωση της εταιρείας στις αξίες της ενίσχυσε το κύρος της.