απόκρουση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να αποκρούει κάποιος ή κάτι: πράξη κατά την οποία αναχαιτίζεται ή εξουδετερώνεται επίθεση, χτύπημα, πρόσκρουση ή άλλη επιθετική ή επιδραστική ενέργεια.
Συνώνυμα
αντίκρουση απώθηση αντανάκλαση αναχαίτιση μπλοκ μπλοκάρισμα ανάσχεση ανακοπή εξοστρακισμός άμυνα αποκλεισμός αποτροπή εξουδετέρωση παρεμπόδιση εμπόδιση άρνηση απόρριψη εμπόδιο απομάκρυνση ακύρωση αναστροφή αντεπίθεση αντίδραση
Αντώνυμα
αποδοχή υποδοχή απορρόφηση διείσδυση εισχώρηση παραλαβή παραδοχή συναίνεση ανοχή παραχώρηση εισβολή κτύπημα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόκρουση του τερματοφύλακα απέτρεψε το γκολ.
- Η απόκρουση της εχθρικής επίθεσης στέρησε τους αντιπάλους από κάθε προβάδισμα.
- Η απόκρουση της κυβερνοεπίθεσης έγινε με άμεση εφαρμογή ενημερώσεων και φίλτρων.
- Η απόκρουση της ακτινοβολίας εξασφαλίστηκε με μια στρώση μολύβδου στο τοίχωμα.
- Η απόκρουση του ιού από το ανοσοποιητικό σύστημα εμπόδισε τη γενικευμένη λοίμωξη.
- Η απόκρουση του κύματος από την ανακλαστική επιφάνεια άλλαξε τη διεύθυνσή του.