διασταύρωση
ουσιαστικό1. Σημείο ή περιοχή όπου συναντώνται ή τέμνονται δύο ή περισσότεροι δρόμοι, μονοπάτια ή γραμμές μεταφοράς, επιτρέποντας τη μετακίνηση ή τη σύνδεση μεταξύ τους.
Συνώνυμα
σταυροδρόμι διασταύρωμα σταυροδρόμιο τομή σταυροποίηση κόμβος υβριδοποίηση αντιπαραβολή επαλήθευση διάβαση διέλευση πέρασμα συμβολή σημείο έλεγχος τσεκάρισμα σύγκριση συνάντηση επικάλυψη εξέταση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη διασταύρωση των οδών Α και Β υπάρχει φωτεινός σηματοδότης.
- Η διασταύρωση δύο ποικιλιών σταφυλιών οδήγησε σε ανθεκτικότερο αμπέλι.
- Η διασταύρωση των στοιχείων επιβεβαίωσε την ακρίβεια της έκθεσης.
- Η διασταύρωση πολιτισμών στην περιοχή αποτυπώνεται στη μουσική και τη γαστρονομία.
- Η διασταύρωση των σιδηροδρομικών γραμμών έκλεισε προσωρινά για εργασίες.