εμπλοκή

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία ένα άτομο, ομάδα ή παράγοντας συμμετέχει ή συνδέεται ενεργά με ένα γεγονός, υπόθεση ή δράση, επηρεάζοντας ή ανακατεύοντας τις εξελίξεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στην υπόθεση.
  • Η εμπλοκή του στην έρευνα αποδείχθηκε καταλυτική.
  • Λόγω εμπλοκής του μηχανισμού, το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στη μέση του δρόμου.
  • Η εμπλοκή των ενόπλων δυνάμεων στην περιοχή αύξησε την ένταση.
  • Υπήρξε εμπλοκή στο δικαστήριο εξαιτίας αντιφατικών καταθέσεων.