εμπλοκή
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία ένα άτομο, ομάδα ή παράγοντας συμμετέχει ή συνδέεται ενεργά με ένα γεγονός, υπόθεση ή δράση, επηρεάζοντας ή ανακατεύοντας τις εξελίξεις.
Συνώνυμα
ανάμειξη μπλέξιμο μπλοκάρισμα συμμετοχή παρέμβαση μπλόκο ακινητοποίηση συμπλοκή σύμπλεξη παρεμπόδιση μπλεξίματα αγκάθι ανακοπή ενασχόληση επέμβαση κόλλημα κώλυμα φραγή μετοχή αναστολή αδιέξοδο μπέρδεμα δραστηριοποίηση περιπλοκή πρόσκομμα συμφόρηση εμπόδιο αποδιοργάνωση ενδιαφέρον επιβάρυνση κλείδωμα σύρραξη πρόβλημα μάχη καθυστέρηση διαταραχή δυσκολία απόφραξη παράλυση παρεμβολή στάσιμότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στην υπόθεση.
- Η εμπλοκή του στην έρευνα αποδείχθηκε καταλυτική.
- Λόγω εμπλοκής του μηχανισμού, το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στη μέση του δρόμου.
- Η εμπλοκή των ενόπλων δυνάμεων στην περιοχή αύξησε την ένταση.
- Υπήρξε εμπλοκή στο δικαστήριο εξαιτίας αντιφατικών καταθέσεων.