υποχώρηση
ουσιαστικό1. Απόσυρση ή κίνηση προς τα πίσω από μια θέση, μέτωπο ή σημείο.
2. Εγκατάλειψη ή αναθεώρηση προηγούμενης θέσης, απαίτησης ή διεκδίκησης στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης ή σύγκρουσης.
3. Μείωση ή πτώση σε μέγεθος, ένταση, αξία ή απόδοση.
Συνώνυμα
αποχώρηση οπισθοχώρηση αναδίπλωση καθίζηση κατέβασμα παραχώρηση συμβιβασμός εγκατάλειψη κατάρρευση οπισθοδρόμηση πισωγύρισμα υποστροφή απομάκρυνση κωλοτούμπα υποχώρημα απόσυρση ελάττωση καταποντισμός παραδοχή παρακμή ύφεση έκπτωση εξασθένηση κατρακύλα υποχωρητικότητα μείωση πτώση συρρίκνωση παραίτηση ανάκληση ανακοπή επιβράδυνση υποβάθμιση υποταγή απομείωση ελάφρυνση εξασθένιση κατάπτωση πάσο υποβιβασμός
Αντώνυμα
αντίσταση επιμονή αδιαλλαξία επίθεση αντεπίθεση έφοδος ακμή εξόρμηση επικράτηση καταδρομή βήμα πορεία έκρηξη εισβολή απαίτηση επιδρομή εκτόξευση έξαρση επέλαση εφόρμηση ντου πείσμα προχώρημα προώθηση πρόοδος αύξηση άνοδος παραμονή κατάληψη διεκδίκηση σθεναρότητα απαιτητικότητα επιθετικότητα σταθερότητα ανάκαμψη απόβαση επιβολή κατάκτηση μπουκάρισμα υπεροχή κυνήγι θάρρος ενίσχυση εξέλιξη οδήγηση ανάπτυξη πρωτοβουλία άνθηση ανάνηψη ανέβασμα ανέλιξη αναβίωση αναζωογόνηση αναζωπύρωση ανατίμηση αντιμετώπιση ανόρθωση ανύψωση απόπειρα δραστηριοποίηση εγχείρημα επιτάχυνση μπάσιμο παροξυσμός προεξοχή πρωτιά σκληρότητα επέκταση ανάρρωση ανυπακοή αποκατάσταση βελτίωση πρωτοκαθεδρία νίκη ρεκόρ αυτοάμυνα σκαλί προβάδισμα ανωτερότητα απογείωση εξερεύνηση προαγωγή εκτίναξη κορύφωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η υποχώρηση των στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε τη νύχτα.
- Ο υπουργός έκανε υποχώρηση στις διαπραγματεύσεις.
- Η υποχώρηση της αγοράς επηρέασε αρνητικά τις επενδύσεις.
- Η υποχώρηση της θάλασσας αποκάλυψε το ναυάγιο.
- Η υποχώρηση του εδάφους προκάλεσε ρωγμές στα θεμέλια.