φραγή
ουσιαστικό1. Κατασκευή ή εμπόδιο που αποκλείει ή κλείνει τη διέλευση νερού, αέρα ή άλλων ουσιών, όπως φράγμα.
2. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του αποκλεισμού ή του κλεισίματος μιας διόδου ή ανοίγματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φραγή του ποταμού δημιούργησε μια τεχνητή λίμνη.
- Η φραγή της κυκλοφορίας στην εθνική οδό προκάλεσε μεγάλες καθυστερήσεις.
- Η φραγή των αεραγωγών απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση.
- Έβαλαν φραγή στην εξάπλωση της φωτιάς πριν φτάσει στα σπίτια.
- Πρέπει να αφαιρέσουν τη φραγή από το φίλτρο πριν καθαριστεί.