αποτύπωμα
ουσιαστικό1. Σημάδι ή εντύπωμα που μένει στην επιφάνεια μετά από πίεση ή επαφή, όπως το ίχνος ποδιού, δακτύλου ή τροχού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο βρεγμένο χώμα φαινόταν καθαρό το αποτύπωμα του παπουτσιού.
- Οι αστυνομικοί συνέλεξαν το αποτύπωμα για να ταυτοποιήσουν τον ύποπτο.
- Το αποτύπωμα άνθρακα της εταιρείας μειώθηκε φέτος.
- Πρέπει να προσέχεις το αποτύπωμα που αφήνεις στα κοινωνικά δίκτυα.
- Η καθηγήτρια άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη ζωή των φοιτητών της.