απώθηση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα που ωθεί κάποιο αντικείμενο ή σώμα προς τα έξω ή μακριά από άλλη θέση, είτε ως φυσική μετακίνηση είτε ως ασκούμενη δύναμη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απώθηση του εισβολέα από τους φρουρούς κράτησε λίγα λεπτά.
  • Η μαγνητική απώθηση ανάμεσα στους δύο μαγνήτες ήταν έντονη.
  • Η απώθηση δυσάρεστων αναμνήσεων συχνά λειτουργεί ως αμυντικός μηχανισμός.
  • Ένιωθε απώθηση κάθε φορά που θυμόταν το περιστατικό.
  • Η νέα πολιτική προκάλεσε απώθηση πελατών και μείωση του τζίρου.