αποχώρηση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος φεύγει από έναν χώρο, μια συγκέντρωση ή εκδήλωση, παύοντας να είναι παρών.

2. Παύση συμμετοχής σε δραστηριότητα, ομάδα ή διαδικασία, προσωρινή ή οριστική.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποχώρηση των καλεσμένων έγινε ήσυχα μετά τα μεσάνυχτα.
  • Μετά τις αντιδράσεις, η αποχώρηση του υπουργού θεωρήθηκε αναπόφευκτη.
  • Η αποχώρηση των στρατευμάτων ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες.
  • Η ομάδα ανακοίνωσε την αποχώρηση της από το πρωτάθλημα.
  • Λόγω του σεισμού, η αποχώρηση των κατοίκων έγινε άμεσα.