αποχώρηση
ουσιαστικό1. Πράξη ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος φεύγει από έναν χώρο, μια συγκέντρωση ή εκδήλωση, παύοντας να είναι παρών.
2. Παύση συμμετοχής σε δραστηριότητα, ομάδα ή διαδικασία, προσωρινή ή οριστική.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άφιξη είσοδος παραμονή παρουσία έφοδος διαμονή επιμονή κατάληψη καταδρομή μπουκάρισμα κατοχή εκστρατεία έλευση επέλαση εφόρμηση μπάσιμο ντου επιστροφή εγκατάσταση έσοδο απόβαση εισροή παρέμβαση σκοπιά στήριξη συνάθροιση συνέλευση συνδιάσκεψη σύμβαση σύναξη σύνοδος θέση συνάντηση επίσκεψη εμφάνιση επίθεση μετοχή αφοσίωση προσέγγιση συνεδρίαση χαιρετισμός καμπάνια εισαγωγή προσγείωση δεξίωση ένταξη αντεπίθεση επανεμφάνιση πλήρωση προσέλευση πρόσληψη συγχώνευση συμπόρευση εισβολή ένωση συνένωση συναγωγή σύσκεψη διορισμός κατοίκηση προσάρτηση σύγκλιση σύμπραξη κρούση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποχώρηση των καλεσμένων έγινε ήσυχα μετά τα μεσάνυχτα.
- Μετά τις αντιδράσεις, η αποχώρηση του υπουργού θεωρήθηκε αναπόφευκτη.
- Η αποχώρηση των στρατευμάτων ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες.
- Η ομάδα ανακοίνωσε την αποχώρηση της από το πρωτάθλημα.
- Λόγω του σεισμού, η αποχώρηση των κατοίκων έγινε άμεσα.