αφαίρεση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της πράξης όπου μειώνεται ένας αριθμός κατά έναν άλλο σε μαθηματικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα τη διαφορά.
2. Η απομάκρυνση ενός μέρους, στοιχείου ή αντικειμένου από ένα σύνολο, χώρο ή επιφάνεια.
Συνώνυμα
απομάκρυνση διαγραφή κατάργηση ανάκληση εξάλειψη έκπτωση άρση κατέβασμα εκτομή εξαγωγή αποκοπή αποστέρηση στέρηση μείωση κατάσχεση κοπή κόψιμο παρακράτηση περικοπή σβήσιμο αποκλεισμός απαλλοτρίωση απαλοιφή αποσυναρμολόγηση αποξήλωση εκρίζωση εξαφάνιση γδύσιμο συρρίκνωση ελάττωση απώλεια κράτηση ποινή απογύμνωση αποκόλληση κένωση καθαρισμός κλοπή ψαλίδισμα
Αντώνυμα
πρόσθεση προσθήκη εισαγωγή τοποθέτηση επιστροφή χορήγηση παραχώρηση διατήρηση αύξηση κτήση τατουάζ δικαίωμα δωρεά μεταμόσχευση ανάρτηση αποτύπωση επιγραφή ετικέτα καταχώριση συνεισφορά χάραγμα άθροισμα απόθεση επίδομα επαναφορά επικάλυμμα καταχώρηση αποκατάσταση εγκατάσταση παραλαβή ανάκτηση απόκτηση δημιουργία δώρημα εγγραφή επιχορήγηση κάλυμμα παροχή αποτύπωμα δόση εξοπλισμός κατάθεση ενίσχυση αμοιβή δίπλωμα επένδυση σφραγίδα μπόνους σήμανση καταγραφή έπαθλο δημιούργημα εξουσιοδότηση επίστρωση επικάλυψη μέρισμα περιορισμός περιτύλιγμα στήριξη σφράγισμα φιλοδώρημα χορηγία αναπλήρωση γέμισμα διαμόρφωση πλήρωση προαγωγή προσάρτηση στήσιμο συμπλήρωση συναρμολόγηση συρραφή τίτλος ανταμοιβή σύνδεσμος ανίχνευση συνένωση συσκευασία χρέωση δωράκι επιδότηση προσκόλληση
Παραδείγματα χρήσης
- Στα μαθηματικά, η αφαίρεση εξηγείται ως αντίστροφη πράξη της πρόσθεσης.
- Μετά την εξέταση αποφασίστηκε ότι η αφαίρεση του όγκου είναι απαραίτητη.
- Ο γιατρός πρότεινε την αφαίρεση του χαλασμένου δοντιού.
- Η αφαίρεση της προμήθειας έγινε αυτόματα από τον λογαριασμό.
- Στη μοντέρνα ζωγραφική, η αφαίρεση των ρεαλιστικών στοιχείων δημιουργεί νέα ένταση.