άρση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να σηκωθεί ή να ανυψωθεί κάτι από χαμηλότερη σε υψηλότερη θέση.

2. Πράξη της ανύψωσης βαρών στο πλαίσιο αθλητισμού ή φυσικής άσκησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άρση των βαριών κιβωτίων έγινε με γερανό.
  • Ο αθλητής εκτέλεσε μια εντυπωσιακή άρση στο αγώνισμα της άρσης βαρών.
  • Η άρση των περιοριστικών μέτρων ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση.
  • Η άρση της ασυλίας του βουλευτή ψηφίστηκε στη Βουλή.
  • Μετά την προσφυγή του δικηγόρου επήλθε η άρση της κατάσχεσης του τραπεζικού του λογαριασμού.