άφιξη
ουσιαστικό1. Γεγονός ή πράξη κατά το οποίο πρόσωπο, όχημα ή φορτίο φτάνει σε συγκεκριμένο τόπο ή προορισμό.
2. Η χρονική στιγμή ή ώρα κατά την οποία ολοκληρώνεται το φτάσιμο σε έναν χώρο.
Συνώνυμα
έλευση ερχομός εισέλευση είσοδος εμφάνιση προσέλευση προσέγγιση κάθοδος προσγείωση παράδοση παραλαβή μπάσιμο εγκατάσταση εισροή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η άφιξη του αεροπλάνου καθυστέρησε λόγω της ομίχλης.
- Μας ειδοποίησαν για την προγραμματισμένη άφιξη των εμπορευμάτων αύριο.
- Η άφιξη της άνοιξης φέρνει χαμόγελα στους κηπουρούς.
- Κατά την άφιξη στο ξενοδοχείο, ζήτησαν τα διαβατήριά μας.
- Η ξαφνική άφιξη του φίλου μας άλλαξε τα σχέδιά μας.