φυγή
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της γρήγορης απομάκρυνσης από ένα μέρος ή κατάσταση με σκοπό την αποφυγή κινδύνου, σύλληψης ή άλλης ανεπιθύμητης συνέπειας.
Συνώνυμα
απόδραση δραπέτευση διαφυγή έξοδος αποφυγή αποχώρηση οπισθοχώρηση εκροή αναχώρηση διαρροή εξαφάνιση απομάκρυνση αποδημία σκάσιμο εγκατάλειψη καταφύγιο έξοδο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φυγή του κρατούμενου οργανώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες.
- Το ταξίδι στην εξοχή ήταν για εκείνη μια φυγή από το άγχος της πόλης.
- Οι μηχανικοί έλεγξαν για φυγή αερίου πριν ανοίξουν το εργοστάσιο.
- Η συνεχής φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό δημιουργεί προβλήματα στην αγορά εργασίας.
- Η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί για πολλούς φυγή σε άλλους κόσμους.