ξεκόλλημα

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα του διαχωρισμού δύο επιφανειών ή στοιχείων που ήταν κολλημένα ή προσκολλημένα, δηλαδή η αποκόλληση και απομάκρυνση της ένωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ξεκόλλημα της κολλημένης ετικέτας χρειάστηκε ακετόν και πολλή υπομονή.
  • Μετά την επανεκκίνηση έγινε το ξεκόλλημα της εφαρμογής που κρασάριζε συνεχώς.
  • Ένιωσε ένα μεγάλο ξεκόλλημα όταν αποφάσισε να αλλάξει δουλειά και να φύγει από την πόλη.
  • Η πρόβα είχε ένα ξαφνικό ξεκόλλημα και μέσα σε λίγα λεπτά το κομμάτι δέθηκε.
  • Χρειαζόμασταν ένα μικρό ξεκόλλημα στην ομάδα για να ξεπεράσουμε τη στασιμότητα.