έλευση
ουσιαστικό1. Το γεγονός του να φτάνει κάποιο πρόσωπο, όχημα ή αντικείμενο σε έναν τόπο, συνήθως με σκοπό την παρουσία ή τη συμμετοχή.
2. Η έναρξη ή εμφάνιση μίας περιόδου, κατάστασης ή σημαντικού φαινομένου που σηματοδοτεί την είσοδο σε νέα φάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έλευση του νέου διευθυντή έφερε αλλαγές στην εταιρεία.
- Η έλευση του φθινοπώρου έφερε πιο δροσερές μέρες.
- Αναμένεται η έλευση των επισκεπτών από το εξωτερικό αύριο.
- Η απρόσμενη έλευση του τρένου προκάλεσε αναστάτωση στον σταθμό.
- Οι αρχαιολόγοι μελετούν την έλευση των πρώτων κατοίκων στην περιοχή.