εντόπιση
ουσιαστικό1. Καθορισμός της θέσης ενός αντικειμένου, ενός γεγονότος ή ενός φαινομένου στον χώρο ως αποτέλεσμα μέτρησης, παρατήρησης ή ανάλυσης.
Συνώνυμα
εντοπισμός ανίχνευση τοπικοποίηση ανεύρεση εύρεση προσδιορισμός αναγνώριση επισήμανση ανακάλυψη διαπίστωση σήμανση χαρτογράφηση συλλήψη πιάσιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εντόπιση του παιδιού έγινε γρήγορα χάρη στο σύστημα GPS.
- Η εντόπιση του προβλήματος στο δίκτυο κράτησε όλη τη νύχτα.
- Η εντόπιση των αρχαίων ευρημάτων στην περιοχή αποκάλυψε νέα στοιχεία.
- Η εντόπιση του υπόπτου από τις αρχές οδήγησε στη σύλληψή του.
- Η εντόπιση των λαθών στη μετάφραση απαιτεί σχολαστική ανάγνωση.
- Η εντόπιση του σημείου στον χάρτη ήταν εξαιρετικά ακριβής.