συμπλήρωση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα της ενέργειας κατά την οποία καλύπτονται κενά ή θέσεις με κατάλληλο περιεχόμενο, όπως κατά τη συμπλήρωση εντύπου ή κενών πεδίων.

2. Προσθήκη στοιχείων ή πληροφοριών που ολοκληρώνει ένα σύνολο, λίστα ή βάση δεδομένων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμπλήρωση της αίτησης είναι υποχρεωτική για όλους τους υποψήφιους.
  • Η συμπλήρωση του έργου έγινε πριν από την προθεσμία.
  • Ο γιατρός συνέστησε τη συμπλήρωση της διατροφής με βιταμίνες.
  • Η συμπλήρωση των κενών στο τεστ βελτίωσε τη βαθμολογία της.
  • Η συμπλήρωση της λίστας συμμετεχόντων προσέθεσε τρεις νέους υποψηφίους.