πιάτσα
ουσιαστικό1. Χώρος, συνήθως υπαίθριος ή αστικός, όπου συγκεντρώνονται πωλητές και αγοραστές για την άσκηση εμπορικών συναλλαγών ή την παροχή υπηρεσιών, με έντονη κίνηση και στενή διαπλοκή προσφοράς-ζήτησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πιάτσα των ταξί ήταν γεμάτη το πρωί.
- Στην πιάτσα της γειτονιάς μαζεύονται οι ηλικιωμένοι για κουβέντα.
- Η καινούργια καφετέρια έγινε γρήγορα πιάτσα για τους φοιτητές.
- Στην πιάτσα του θεάματος οι παραγωγοί και οι ατζέντηδες ανταλλάσσουν πληροφορίες.
- Μην περπατάς μόνος μετά τα μεσάνυχτα στην πιάτσα του λιμανιού.