εκδίωξη
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα του εξαναγκασμού προσώπου, ομάδας ή ζώου να εγκαταλείψει τόπο, θέση, ιδιοκτησία ή χώρα.
2. Γεγονός ή διαδικασία δημόσιου, πολιτικού ή στρατιωτικού χαρακτήρα που έχει ως σκοπό την απομάκρυνση προσώπων από θεσμική θέση ή περιοχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποδοχή υποδοχή ένταξη ενσωμάτωση επανένταξη άσυλο εισαγωγή πρόσληψη επαναπρόσληψη επαναφορά κατοχή εγκατάσταση έλευση
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκδίωξη του προέδρου από το κόμμα προκάλεσε αναταραχή.
- Η εκδίωξη της οικογένειας από το σπίτι κρίθηκε παράνομη.
- Η εκδίωξη των μειονοτήτων αποτελεί ντροπή για την κοινωνία.
- Η εκδίωξη των εισβολέων ολοκληρώθηκε πριν την αυγή.
- Η εκδίωξη της διαφθοράς είναι βασικός στόχος της κυβέρνησης.