σπρώξιμο
ουσιαστικό1. Ενέργεια κατά την οποία ασκείται δύναμη με το χέρι, το σώμα ή άλλο μέσο πάνω σε αντικείμενο ή πρόσωπο με σκοπό τη μετατόπισή του ή την αλλαγή της θέσης του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε ένα σπρώξιμο από πίσω και κινδύνεψε να πέσει.
- Στον σταθμό, το σπρώξιμο μέσα στο πλήθος ήταν ανυπόφορο.
- Χρειάστηκε ένα σπρώξιμο για να ξεκινήσει το παλιό αυτοκίνητο.
- Οι φίλοι της της έδωσαν ένα μικρό σπρώξιμο για να δηλώσει συμμετοχή.
- Το νέο πρόγραμμα έδωσε ένα καθοριστικό σπρώξιμο στην τοπική οικονομία.