στέκι
ουσιαστικό1. Μόνιμος ή προσωρινός ανεπίσημος χώρος όπου συγκεντρώνονται τακτικά άτομα για συζήτηση, κοινωνική επαφή, χαλάρωση ή διασκέδαση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αγαπημένο μου στέκι είναι ένα μικρό καφέ στην πλατεία.
- Οι φοιτητές συναντιούνται πάντα στο στέκι κοντά στη σχολή.
- Το διαδικτυακό φόρουμ έγινε το στέκι της κοινότητας.
- Κάθε Κυριακή το στέκι μας γεμίζει με μουσικούς και φίλους.
- Ανακάλυψαν ένα μικρό, κρυφό στέκι στο παραθαλάσσιο μονοπάτι.