κατέβασμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της καθόδου ή της μετακίνησης από ψηλότερο προς χαμηλότερο σημείο.
2. Διαδικασία μεταφοράς ψηφιακών δεδομένων ή αρχείων από απομακρυσμένο υπολογιστή ή διακομιστή σε τοπική συσκευή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα το κατέβασμα του αρχείου μέσα σε λίγα λεπτά.
- Το κατέβασμα του βουνού κράτησε μία ώρα.
- Το κατέβασμα της σημαίας έγινε με σεβασμό το πρωί.
- Το κατέβασμα της θερμοκρασίας έγινε ξαφνικά το βράδυ.
- Μετά τη λήξη της εκστρατείας, ξεκίνησε το κατέβασμα των αφισών από τους τοίχους.