ησυχία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία απουσιάζουν ή είναι εξαιρετικά μειωμένοι οι ήχοι και οι θόρυβοι σε έναν χώρο, ώστε να επικρατεί ατμόσφαιρα αθόρυβης λειτουργίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
θόρυβος φασαρία χαμός βαβούρα οχλοβοή έκρηξη λίρα καταιγίδα χορός συναυλία συναγερμός διάλεξη πυροβολισμός ανησυχία μπουμ διαταραχή πάτι εξέγερση κραυγή πανηγύρι δίνη πιάτσα κουδούνι πυροτέχνημα αναβρασμός αναμπουμπούλα βοή διαδήλωση κρακ μπαμ ομιλία σούσουρο σόου οχλαγωγία ανακατωσούρα βόμβος διατάραξη καμπάνα καμπανάκι καταιγισμός κτύπημα μουρμουρητό ξεφάντωμα πάταγος στρόβιλος πανδαιμόνιο σάλος σοκ βουή κρότος αναστάτωση αναταραχή βόλτα κουβέντα μπελάς φωνή ήχος τραγούδι άγχος οργή γέλιο τσίρκο δραστηριότητα πάλη χειρονομία βασανιστήριο καυγάς μουσική κουβεντούλα πανικός έριδα αγωνία αγώνισμα διέγερση εκνευρισμός ηλεκτρισμός θύελλα κίνημα λαλιά λαχτάρα ταλαιπωρία ταραχή τρικυμία χάος άσμα διαπληκτισμός ερεθισμός κύμα λαίλαπα παροξυσμός συναρπασμός συρμός φουρτούνα πολυκοσμία κίνηση ζωηράδα συνωστισμός κατάσταση δράση ενέργεια επίδειξη ζόρι άνεμος κούρσα περπάτημα θυμός πήδημα παρενόχληση πόλεμος φιλοδοξία έρις μπάχαλο μόχθος παραλήρημα πρόκληση συμπλοκή σύρραξη ανάφλεξη ατμόσφαιρα ενεργητικότητα καβγάς χαβαλές
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζω λίγη ησυχία για να διαβάσω.
- Ο καθηγητής ζήτησε ησυχία στην αίθουσα.
- Άφησέ με στην ησυχία μου.
- Η ησυχία του βουνού ήταν μαγική το πρωί.
- Κάντε ησυχία, παρακαλώ — αρχίζει η παρουσίαση.