πανηγύρι
ουσιαστικό1. Παραδοσιακή λαϊκή εορταστική συγκέντρωση, συνήθως συνδεδεμένη με τοπική θρησκευτική γιορτή, όπου υπάρχουν μουσική, χορός, φαγητό και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πανηγύρι του χωριού γέμισε μουσική και χορούς όλο το βράδυ.
- Στο πανηγύρι της πλατείας πωλούσαν χειροποίητα αντικείμενα και τοπικά εδέσματα.
- Όταν ανακοίνωσαν την ακύρωση του δρομολογίου έγινε πανηγύρι στο σταθμό.
- Μην κάνεις τόσο πανηγύρι για ένα μικρό λάθος, όλα διορθώνονται.
- Ο Γιώργος έκανε πανηγύρι όταν κέρδισε το βραβείο.